Το «αόρατο» χημικό που χρησιμοποιείται ευρέως και συνδέεται με έως 500% μεγαλύτερο κίνδυνο Πάρκινσον
Το τριχλωροαιθυλένιο παραμένει στο περιβάλλον και μπορεί να επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς να το γνωρίζουν.
Στο επίκεντρο σοβαρής επιστημονικής έρευνας βρίσκεται ένα χημικό που χρησιμοποιήθηκε για περισσότερο από έναν αιώνα σε δεκάδες βιομηχανικές και οικιακές εφαρμογές. Πρόκειται για το τριχλωροαιθυλένιο (TCE), το οποίο συναντάμε σε καθαριστικά μετάλλων, στεγνοκαθαριστήρια, ακόμη και στη διαδικασία αποκαφεϊνοποίησης του καφέ. Νέα δεδομένα δείχνουν ότι η έκθεση σε αυτό μπορεί να συνδέεται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Πάρκινσον.
Το TCE γνώρισε τη μεγαλύτερη χρήση του στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1970, ότανη παραγωγή του ξεπερνούσε τα 600 εκατομμύρια λίβρες ετησίως. Παρότι η χρήση του έχει περιοριστεί, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η περιβαλλοντική του επίδραση παραμένει ενεργή. Η ουσία έχει εντοπιστεί σε υπόγεια νερά, εδάφη και μολυσμένες περιοχές σε όλη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων και περιοχών απορρύπανσης.
Η αόρατη διαδρομή της ρύπανσης στο περιβάλλον
Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τη βιομηχανική έκθεση. Το TCE έχει την ικανότητα να μετακινείται στο περιβάλλον με τρόπους που το καθιστούν δύσκολο να εντοπιστεί. Μπορεί να διεισδύσει στο έδαφος και να σχηματίσει υπόγειες ζώνες ρύπανσης που μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις – που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν μέχρι τα συστήματα πόσιμου νερού.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το TCE μπορεί να περάσει και στον αέρα εσωτερικών χώρων. Μέσα από μια διαδικασία που ονομάζεται «διείσδυση», η ουσία εξατμίζεται από το έδαφος και εισέρχεται σε σπίτια, σχολεία και γραφεία που βρίσκονται πάνω από μολυσμένες περιοχές. Αυτό σημαίνει ότι η έκθεση μπορεί να συμβαίνει χωρίς οι άνθρωποι να το γνωρίζουν, απλώς με την παραμονή τους σε έναν χώρο.
Πώς συνδέεται το TCE με τη νόσο Πάρκινσον
Οι επιπτώσεις στην υγεία έχουν αρχίσει να καταγράφονται εδώ και χρόνια. Το TCE θεωρείται ήδη γνωστό καρκινογόνο και έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο αποβολών και συγγενών καρδιολογικών ανωμαλιών. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν μια ακόμη πιο ανησυχητική συσχέτιση: η έκθεση στην ουσία φαίνεται να συνδέεται με έως και 500% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Πάρκινσον.
Η νόσος Πάρκινσον είναι μια νευροεκφυλιστική διαταραχή που επηρεάζει την κίνηση, τη μνήμη και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Οι ερευνητές που μελετούν το TCE υποστηρίζουν ότι η ουσία μπορεί να περνά στον εγκέφαλο και να επηρεάζει τα μιτοχόνδρια, δηλαδή τις δομές που παράγουν ενέργεια στα κύτταρα. Όταν αυτά υποστούν βλάβη, επηρεάζονται ιδιαίτερα τα νευρικά κύτταρα που παράγουν ντοπαμίνη, τα οποία είναι κρίσιμα για τον έλεγχο της κίνησης.
Παράλληλα, φαίνεται ότι το TCE ενεργοποιεί βιολογικές οδούς που σχετίζονται με τη νόσο, όπως το ένζυμο LRRK2, το οποίο έχει ήδη συσχετιστεί με γενετικούς παράγοντες κινδύνου. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι η νόσος Πάρκινσον δεν είναι μόνο αποτέλεσμα γενετικής προδιάθεσης, αλλά και περιβαλλοντικής έκθεσης που δρα συνδυαστικά.
Το πρόβλημα της καθυστερημένης διάγνωσης
Ενδεικτικά στοιχεία προέρχονται από περιοχές με γνωστή μόλυνση. Σε στρατιωτική βάση των ΗΠΑ, όπου το πόσιμο νερό είχε μολυνθεί με TCE, οι άνθρωποι που εκτέθηκαν παρουσίασαν περίπου 70% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Σε άλλες μελέτες, επαγγελματίες που εργάζονταν κοντά σε περιοχές ρύπανσης εμφάνισαν επίσης αυξημένα ποσοστά καρκίνων και νευρολογικών παθήσεων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά εργαζομένους σε γραφεία που βρίσκονταν κοντά σε παλιό στεγνοκαθαριστήριο, όπου είχε χρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη ουσία για δεκαετίες. Παρότι δεν είχαν άμεση επαφή με το χημικό, η ρύπανση είχε περάσει στο υπέδαφος και επηρέαζε τον αέρα του κτιρίου μέσω των υπογείων. Σε αυτή την ομάδα, τα ποσοστά νόσου Πάρκινσον και συγκεκριμένων μορφών καρκίνου ήταν υψηλότερα από το αναμενόμενο.
Παρά τις ανησυχίες, υπάρχουν ήδη προτάσεις για περιορισμό του κινδύνου. Οι ειδικοί προτείνουν συστήματα ελέγχου και απορρύπανσης παρόμοια με εκείνα που χρησιμοποιούνται για το ραδόνιο σε σπίτια. Επίσης, ζητούν αυστηρότερη παρακολούθηση των υπόγειων υδάτων και των εσωτερικών χώρων, καθώς και ταχύτερη απορρύπανση των ήδη μολυσμένων περιοχών. Την ίδια στιγμή, η ρυθμιστική αρχή προστασίας του περιβάλλοντος στις ΗΠΑ έχει προχωρήσει σε απόφαση για πλήρη απαγόρευση της ουσίας. Ωστόσο, η εφαρμογή της καθυστερεί λόγω νομικών προσφυγών και εξαιρέσεων για συγκεκριμένες βιομηχανικές χρήσεις, γεγονός που διατηρεί το ζήτημα ανοιχτό.